7.4 C
Xánthi
Πέμπτη, 22 Φεβρουαρίου, 2024
spot_img

Αφιέρωμα στην ιστορία της Νέας Κεσσάνης

Φύσηξε μωρ’ Γιάννη μ’, Γιάννη μ’ φύσηξε βοριάς κι άερας τίναξε όλα τα φύλλα τα ‘φερε στην αυλαή* μου κάθισα μωρ’ Γιάννη μ’ Γιάννη μ’ κάθισα να τα διαλέξω βρίσκω ένα δαχτυλίδι που ‘χε τ’ όνομά τ’ γραμμένο τ’ όνομά μ’ το λεν Μετάξω θα σε πάρω να πετάξω.

Μπαίνοντας στη Δυτική πλευρά της λίμνης Βιστωνίδας, αυτό που θα συναντήσεις είναι μοναδικά όμορφο. Το παρεκκλήσι της Αγίας Παρασκευής στις όχθες της λίμνης σε καθηλώνει με την ομορφιά του. Κάπου εκεί στην πεδιάδα της Ξάνθης σε υψόμετρο 8 μέτρα δίπλα στις δυτικές όχθες της λίμνης Βιστωνίδας, βρίσκεται η Νέα Κεσσάνη  το χωριό του στρατηγού Πλαστήρα.

Απέχει 20 χλμ. ΝΑ. από την πόλη και 11 χλμ. Α.-ΝΑ. από τη Γενισέα (έδρα του δήμου). Προσφυγικό χωριό, η δημιουργία του οποίου μετρά πάνω από 90 χρόνια, όταν οριστικοποιήθηκε η απώλεια της Ανατολικής Ρωμυλίας και της Ανατολικής Θράκης και οι κάτοικοι των περιοχών αυτών έπρεπε να εγκαταλείψουν τις πατρογονικές εστίες τους, τις περιουσίες τους και το νοικοκυριό τους. Να γίνουν πρόσφυγες και να χτίσουν μια νέα ζωή σε νέες Ελληνικές εστίες, στη Μακεδονία, τη Θεσσαλία και φυσικά στη Δυτική Θράκη. Έτσι γεννήθηκαν τα Πλαστήρια, η Νέα Κεσσάνη.

Όπως ανέφερε παλαιότερα η συγγραφέας των δυο βιβλίων  για την Νέα Κεσσάνη Δ.Φυλαχτάκη «η γοητεία του βρίσκεται μεταξύ άλλων στο γεγονός ότι ιδρύθηκε από πρόσφυγες από διαφορετικά μέρη. Άνθρωποι δυνατοί, οι αφανείς ήρωες της ιστορίας, με κάποιες διαφορές στα έθιμα και στη νοοτροπία, αλλά με τον ίδιο πόνο του ξεριζωμού, κατέφυγαν στη μικρή αυτή γωνιά και παραμερίζοντας τις διαφορές τους δημιούργησαν μια εύρωστη κοινότητα, χωρίς ποτέ να ξεχάσουν την «πατρίδα»».

Πρόσφυγες από το χωριό Άγιος Βλάσσης της Μεσημβρίας στην Ανατολική Ρωμυλία, το χωριό Κατίκιοι της Μακράς Γέφυρας και το χωριό Μπασλίκι της Κεσσάνης στην Ανατολική Θράκη. Κυνηγημένοι όλοι από Τούρκους και Βούλγαρους, κατέφυγαν στη μικρή αυτή γωνιά παραμερίζοντας τις διαφορές τους , δημιούργησαν μια εύρωστη κοινότητα.

Η Κεσσάνη (ή Κισσήνη) ονομαζόταν και Ρούσκιοι, ονομασία με την οποία σημειώνεται σε πολλούς χάρτες. Σε Κεσσάνη μετονομάστηκε το 1921 από την Ελληνική διοίκηση. Οι κάτοικοι πριν το 1912 ανέρχονταν σε 10.000 περίπου με κύρια ασχολία την γεωργία, την κτηνοτροφία και το εμπόριο. Το 1920 όμως με τους ανθελληνικούς διωγμούς μετρούσαν μόλις 5.300. Εκκλησιαστικώς η Κεσσάνη υπαγόταν στον μητροπολίτη Ηρακλείας. Με την ανταλλαγή των πληθυσμών όμως, απογυμνώθηκε εντελώς από το ελληνικό της στοιχείο μπαίνοντας στον δρόμο της παρακμής.

Ο χώρος όπου σήμερα βρίσκεται ο οικισμός της Νέας Κεσσάνης ήταν τσιφλίκι του Τούρκου μεγαλοκτηματία Χατζή Αλή Μπέης γι΄αυτό ήταν γνωστό ως «Τεπέ Τσιφλίκ». Πρώτοι κάτοικοι ήταν οι πρόσφυγες από την Ανατολική Θράκη οι οποίοι αποφάσισαν να εγκατασταθούν στο χωριό το 1923, γιατί ο Νομός Ξάνθης, όπου ανήκει η περιοχή, ήταν εμπορικά και πνευματικά ανεπτυγμένος. Ήταν 30 οικογένειες από το Μπασλίκι και 30 από το Κατίκιοι. Αρχικά  ζούσαν σε αντίσκηνα που αν δεν ήταν άνθρωποι σκληραγωγημένοι, επίμονοι και υπομονετικοί δεν θα επιβίωναν σε αυτές τις συνθήκες. Τότε περνούσε από την Θράκη ο  στρατηγός Νικόλαος Πλαστήρας και όταν αντίκρισε την απελπιστική κατάστασή τους φρόντισε να εγκριθεί κυβερνητικό κονδύλιο για να χτιστούν σπίτια και να μοιραστούν στις οικογένειες. Κάτι που τους βοήθησε αρκετά να αρχίσουν να προσαρμόζονται στη νέα πατρίδα. . Έτσι δημιουργήθηκε ένα οργανωμένο χωριό με όλες τις απαραίτητες υποδομές που διασφάλιζαν την υγεία των κατοίκων . Συγκινημένοι οι άνθρωποι αποκάλεσαν το χωριό Πλαστήρια, προς τιμή του. Αργότερα άλλαξε επίσημα πια το όνομα σε Νέα Κεσσάνη…’

Το 1924 τα παιδιά άρχισαν μαθήματα στην ύπαιθρο αφού δεν υπήρχε κάποιο κτήριο για σχολείο. Ο δάσκαλος στεκόταν στη μέση όρθιος με το βιβλίο στα χέρια και οι μικροί μαθητές γύρω του αναζητώντας τη γνώση. Το 1928 έφτασαν στην περιοχή οι Ανατολικορωμυλιώτες από τον Άγιο Βλάση. Ήταν περίπου 50 οικογένειες στις οποίες όμως επειδή είχαν έρθει πολύ αργότερα από τους Ανατολικοθρακιώτες, δεν τους δόθηκαν σπίτια αλλά το ποσό των 5.000 δραχμών με το οποίο μίσθωναν εργάτες για τους χτίσουν σπίτια με πλιθιά.

Οικονομία

Οι κάτοικοι της Κεσσάνης είχαν σχεδόν όλοι ζώα, είχαν μάλιστα συνολικά τρεις αγέλες. Μια από βόδια , μια από βουβάλια και μια από αγελάδες, για την βόσκηση των οποίων μίσθωναν κάποιον βοσκό. Τα ζώα τότε ήταν πολύτιμα για ένα σπίτι, μιας και τους προσέφεραν καθημερινά γάλα, βούτυρο, κρέας ακόμη και το δέρμα τους, ήταν όμως και μεγάλη βοήθεια στη γεωργία αφού δεν υπήρχαν τα μηχανήματα του σύγχρονου πολιτισμού. Τότε όλες οι δουλειές γίνονταν με τα χέρια και τα ζώα, με το αλέτρι, το σκιπάρνι, το ζυγό, τη σβάρνα, τον κορμό, τον τσαλοκόπο, το δρεπάνι, το δικέλι, την παλαμαριά, το ζαγκότσ’.

Εκπαίδευση

Το πρώτο σχολείο στεγαζόταν στην πρώτη εκκλησία του χωριού, που χτίστηκε πρόχειρα για αρκετά χρόνια. Το δεύτερο μέρος, το οποίο χρησίμευσε ως σχολείο για ένα μόλις χρόνο ήταν το σπίτι του Βαρθακεά Γεωργίου. Αργότερα χτίστηκε επιτέλους σχολείο, το 1930-31, στο οποίο τα παιδιά έκαναν τα μαθήματά του μέχρι την χρονιά του 1991-92.

Εκκλησία

Άξονας της ζωής των ανθρώπων της Κεσσάνης ήταν η πίστη. Τότε που η θρησκεία ήταν αξία και που μέσα στη δυστυχία τους δεν είχαν που αλλού να ακουμπήσουν.  Το 1923 λοιπόν έχτισαν την πρώτη εκκλησία, στη δεύτερη πλατεία του χωριού, αφιερωμένη στην Ύψωση του Τιμίου Σταυρού, ενώ λίγο πιο έξω από το χωριό βρίσκεται το μοναστηράκι της Αγίας Παρασκευής. Γραφικό, κατάλευκο, λες και είναι ένα με τη φύση. Αφορμή για να χτιστεί ήταν ένα όνειρο που είδε ο παππούς Κατσίκας Κωνσταντίνος πριν τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Από τότε το εκκλησάκι κάηκε δυο φορές και χτίστηκε και πάλι. Εορτάζει στις 26 Ιουλίου και την ημέρα εκείνη μέχρι και σήμερα γίνεται γλέντι στο χωριό.

Κατοικία

Όπως το θέλει η θρακική παράδοση, οι αυλές των σπιτιών ήταν αρκετά μεγάλες για να χωρούν τον στάβλο, την αποθήκη για τα εργαλεία, τα βαρέλια των κρασιών και τα αμπάρια για το κριθάρι και το στάρι και βέβαια το κοτέτσι. Ο μπαξές ήταν απαραίτητος μιας και έπρεπε να παράγουν οι ίδιοι ότι χρειάζονταν από την γη. Βρύσες τα σπίτια απέκτησαν αρκετά αργά, αφού για αρκετά χρόνια οι κάτοικοι έπαιρναν νερό από μια πηγή – τουλούμπα, στο χωριό και μια στο Πόρτο – Λάγος.

Καλλωπισμός

Η φυσική ομορφιά και η περιποιημένη φορεσιά, που έδειχνε πόσο καλή νοικοκυρά ήταν μια κοπέλα, είχαν περισσότερη σημασία για τους Θρακιώτες στις αρχές του αιώνα. Τα περίτεχνα κεντήματα, που πολύ δύσκολα κεντιούνταν στην στολή, οι όμορφες πλεξούδες, το ψηλό λυγερό κορμί, τα μαύρα μάτια, η καλή φήμη της οικογένειας και της ίδιας, έκαναν μια κοπέλα αξιοζήλευτη και περιζήτητη νύφη. Το «φκιασιδ» ήταν το μεικ απ της εποχής που όσες το προτιμούσαν θεωρούνταν προκλητικές. Μερικές φορές έκαναν την καραμπογιά (μαύρη μπογιά) για τα μαλλιά τους και συχνά έβαφαν τα φρύδια τους με κάρβουνο. Τα μαλλιά τους τα έδεναν πάντα πλεξούδες και τα στόλιζαν με πλέχτια, δηλαδή κορδέλες χρωματιστές με φλουράκια, που κρέμονταν κάτω από την μαντήλα. Τα αυτιά τους τα τρυπούσαν με ένα βελόνι αφού π΄ρωτα τα έτριβαν με τσουκνίδα για να μουδιάσουν.

Παραδοσιακά φαγητά και Γλυκά

Η δίαιτα των Θρακιωτών ήταν και είναι ανάλογη με το κλίμα της περιοχής. Οι κάτοικοι των χωριών παρήγαγαν σχεδόν ότι κατανάλωναν. Τα τρόφιμα κάθε είδους, όπως το αλεύρι, τα λουκάνικα, τα κρεμμύδια, τη ζάχαρη, τον μούστο, τα τουλουμοτύρια και άλλα τα οποία χρησίμευαν στην καθημερινότητα, τα διατηρούσαν στα κελάρια. Το μαγείρεμα ήταν μια από τις βασικές ασχολίες της νοικοκυράς κάθε σπιτιού. Στα γλέντια του χωριού τις γιορτές, οι νοικοκυρές έψηναν φαγητά και διαγωνίζονταν ποια θα έφτιαχνε το καλύτερο φαγητό. Η πρώτη και καλύτερη τροφή λοιπόν ήταν το ψωμί. Ιερό για αυτούς τους ανθρώπους. Δεν επέτρεπαν ούτε να πέσει κάτω ούτε να πατηθεί ή πεταχτεί. Το σταύρωναν τρεις φορές πριν το κόψουν, είναι άλλωστε το σώμα του Χριστού. Άλλο κλασικό Θρακιώτικο φαγητό ήταν ο τραχανάς. Ότι πρέπει για να ζεστάνει στα σωθικά τις κρύες νύχτες του χειμώνα. Οι γιοφκάδες, το κουσκούς, η μιλίνα, το κατσαμάκι, η κάσα, οι λουκουμάδες και τα μικίνια, η αλμυρή κουλούρα ήταν από τα πρόχειρα θα έλεγε κανείς φαγητά που υπήρχαν στο τραπέζι. Φυσικά το κρέας, που τότε ήταν είδος πολυτελείας, τα πουλερικά και τα ψάρια δεν έλειπαν και αυτά από την διατροφή τους. Γλυκά πολλά δεν έτρωγαν ούτε στις γιορτές. Αν το έκαναν προτιμούσαν γλυκά του κουταλιού και σιροπιαστά. Φυσικά όλα χειροποίητα.

Τα ήθη και τα έθιμα κάθε τόπου είναι αυτά που τον χαρακτηρίζουν. Ορισμένα χάθηκαν στην πάροδο του χρόνου, ενώ άλλα ευτυχώς κρατούν καλά μέχρι και σήμερα.

Ο γάμος και η δημιουργία οικογένειας, ιδικά για τις γυναίκες, ήταν ο μοναδικός σκοπός της ζωής τους. Στα φόρτε του τότε ήταν το προξενιό, το οποίο κανόνιζαν πάντα οι γονείς. Κριτήρια για την επιλογή της νύφης (η οικογένεια του αγοριού ζητούσε την κοπέλα), ήταν η φήμη της οικογένειάς της, η σεμνότητα και η συμπεριφορά της. Η νοικοκυροσύνη της, η προίκα της και λιγότερο η εξωτερική της εμφάνιση. Οι χορευτικές της ικανότητες ήταν και αυτές μέσα στα κριτήρια για μια άξια νύφη. Και αυτό γιατί οι γονείς διάλεγαν τα αγόρια ή τα κορίτσια επάνω στο χορό. Επάνω στο χορό άρχιζε η αγάπη που δεν ήταν πάντα τυχερή, αν οι γονείς είχαν διαφορετική άποψη. Όταν ένας νεαρός ενδιαφερόταν για μια κοπέλα, πήγαινε να την πιάσει  στο χορό, αν της άρεσε τον έπιανε, αν όμως είχε κανένα ψεγάδι δεν χώριζε από την φιλενάδα της και δεν τον άφηνε να χορέψει μαζί της. Πιάνονταν μόνο από το μικρό δαχτυλάκι και το παλικάρι της έσφιγγε το δαχτυλάκι. Εκείνη στην αρχή δεν ανταποκρινόνταν, τη δεύτερη φορά όμως τον έσφιγγε κι εκείνη, κι έτσι ξεκινούσε το ειδύλλιο.

Ο αρραβώνας και ο γάμος είχαν και αυτά τα δικά τους μοναδικά έθιμα. Γλέντια τρικούβερτα, ετοιμασίες, όλα είχαν την σημασία τους.

Γάμος

Ο γάμος, η προετοιμασία του οποίου ξεκινούσε μια βδομάδα πριν, γινόταν πάντοτε ημέρα Κυριακή. Το Σάββατο, παραμονή του γάμου, καλούσαν τους χωριανούς στο μυστήριο με ένα ξύλινο παγούρι, την τσότρα, στο χερούλι του οποίου έδεναν ένα μαντήλι κεντημένο και κερνούσαν πηγαίνοντας από σπίτι σε σπίτι οι μεν Ανατολικοθρακιώτες με ούζο, οι δε Ανατολικορωμυλιώτες με κρασί, πάντα με την συνοδεία γκάιντας. Την ημέρα του γάμου πήγαινε επίσημα ο κουρέας με την συνοδεία μουσικών οργάνων, για να ξυρίσει τον γαμπρό καθώς θα τον τραγουδούσαν οι φίλοι του. Τη νύφη την στόλιζαν οι φίλες της μαζί με την κουμπάρα τραγουδώντας.  Της φορούσαν πολλά κοσμήματα, κυρίως σειρές από φλουριά, ενώ το σπίτι της έσφυζε από νιάτα, κόσμο, χαρούμενες φωνές και τραγούδια. Το πιο επίσημο πρόσωπο της ημέρας ήταν ο κουμπάρος, ο οποίος έμοιαζε να κινείται όλη μέρα με τη συνοδεία των οργάνων και των φίλων του. Η πομπή ξεκινούσε από το σπίτι του γαμπρού όπου μαζί με συγγενείς και φίλους πήγαιναν στο σπίτι του κουμπάρου να τον πάρουν και από εκεί όλη μαζί να πάνε στην νύφη. Ο γαμπρός δεν έμπαινε στο σπίτι της αλλά την έβγαζε ο πατέρας η ο αδελφός της. Στην είσοδο έβαζαν ένα γυνί και ένα σίδερο για να περάσει η νύφη από πάνω και ώσπου να βγει από την αυλή έκλαιγε αληθινά ή ψεύτικα και τραγουδούσαν το «Σήμερα μαύρος ουρανός , σήμερα μαύρη μέρα, σήμερα ξεχωρίζεται μάνα και θυγατέρα…».

Οι παραδόσεις,  τα ήθη και τα έθιμα πολλά . Πολλές όμως και οι αναμνήσεις των παιδικών χρόνων. Και ποιος δεν θυμάται την μητέρα του να τραγουδά γλυκά με την φωνή της «Να χορέψει να χαρεί τώρα πούναι νιο παιδί κι αύριο σαν θα παντρευτεί μες’ στα βάσανα θα μπει», ή τον παππού να παίζει τα εγγόνια του και να λέει «Κουπεπέ, κουπεπέ, πάει παππούς στον καφενέ να του φέρει κάτι τι, σοκολάτες στο κουτί».

Τα παιδικά παιχνίδια είχαν και αυτά την δική τους ξεχωριστή θέση στο κουτί των αναμνήσεων. Τα παιδιά βοηθούσαν τους γονείς τους όσο μπορούσαν στις δουλειές του σπιτιού και του χωριού, ενώ πρόσεχαν και τα μικρότερα αδέλφια τους. Αυτό δεν σήμαινε όμως πως δεν είχαν χρόνο να διασκεδάσουν και να παίξουν, όπως κανένα παιδί δεν παίζει σήμερα. Τα κοριτσάκια είχαν τις κούκλες τους, που έφτιαχναν οι ίδιες τους με πανιά και κλαδάκια. Τα αγόρια ως πιο ζωηρά, έκαναν μια μεγάλη παρέα και έπαιζαν όλα μαζί ποδόσφαιρο με πάνινη μπάλα, κρυφτό, κυνηγητό, τζαμί με σπασμένα κεραμίδια, μακριά γαϊδούρα, καμάρες, σκλαβάκια και άλλα. Άλλη μεγάλη απόλαυση ήταν το μπάνιο στη λίμνη.

Η θρησκεία είχε και εκείνη μια ξεχωριστή θέση στην ζωή των  κατοίκων της Κεσσάνης. Χριστούγεννα και Πάσχα όλοι νήστευαν αυστηρά. Όταν πλησίαζε η ημέρα της γιορτής των Χριστουγέννων τα παιδιά άρχιζαν να ετοιμάζονται για τα κάλαντα. Την παραμονή οι Ανατολικορωμυλιώτες έλεγαν τα κάλαντα το βράδυ ενώ οι Ανατολικοθρακιώτες το πρωί. Τα δώρα που έπαιρναν  από τους νοικοκυραίους ήταν καλούδια, καραμέλες, καρύδια, κάστανα, φουντούκια, χαρούπια ή κουλούρια. Φτάνοντας στην πόρτα του σπιτιού, ήξεραν ότι  η νοικοκυρά  είχε το φυτίλι της λάμπας κατεβασμένο. Τότε άρχιζαν το τραγούδι, τους άκουγε ο νοικοκύρης και άναβε το φυτίλι. Εκείνοι προσκυνούσαν και έλεγαν, χωρισμένοι σε δύο ομάδες: «Χριστός γεννιέται χαρά στον κόσμο, μα μη να πάμε μα μη να φέρουμ, τη ‘λιου τη μάνα τη βλογημένη, τη βλογημένη, τη δοξασμένη, κι όσο να πάμε κι όσο να ‘ρθούμε. Χριστός Ανέστη». Ίσως να ακούγεται λίγο παράξενη η προσφώνηση «Χριστός Ανέστη», αλλά υπήρχε γιατί πίστευαν ότι η Γέννηση και η Ανάσταση του Χριστού ήταν το ίδιο πράγμα. Τα Πρωτοχρονιάτικα έθιμα δεν είχαν και πολλές διαφορές με αυτά των Χριστουγέννων. Από νωρίς την παραμονή η νοικοκυρά έφτιαχνε τη βασιλόπιτα, που ήταν ψωμί σφραγισμένο με τη σφραγίδα της λειτουργιάς με τυχερό φλουρί κριμένο καλά. Μαγείρευε κοτόπουλο ή λαχανοντολμάδες. Στο τραπέζι υπήρχε τουρσί, φρούτα, ξηροί καρποί. Το βράδυ έκοβαν την βασιλόπιτα. Αυτό το έκανε πάντα ο πατέρας της οικογένειας, με το πρώτο κομμάτι να ήταν του Χριστού. Πριν φάνε, ο πατέρας θύμιαζε όλους τους παριστάμενους, το σπίτι, την αποθήκη, το στάβλο, το κοτέτσι. Ότι έκαναν την πρωτοχρονιά, πίστευαν ότι θα έκαναν όλο το χρόνο και έτσι προσπαθούσαν να μην κλάψουν, να μην συγχυστούν αλλά και να μην δανείσουν σε κανένα εκείνη τη μέρα. Η γιορτή των Φώτων ήταν «Θεότρανη», γιατί αγιάζονταν τα νερά και έφευγαν οι καλικάντζαροι των Χριστουγέννων. Γιορτές όπως η Σύναξη του Ιωάννη του Προδρόμου και Βαπτιστού ή του Αι Γιάννη, του Αγίου Αθανασίου Μεγάλου, Τρύφωνος, Υπαπαντής Ιησού Χριστού, του Αγίου και δίκαιου Συμεών του Θεοδόχου, των Αγίων Θεοδώρων, τον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου, του Αγίου Γεωργίου του Τροπαιοφόρου, του Προφήτη Ηλία και πολλές άλλες είχαν τα δικά τους ξεχωριστά έθιμα.

Η γιορτή της Μπάμπως

Η Νέα Κεσσάνη είναι ένα από τα λίγα χωριά σε όλη την Ελλάδα, όπου υπάρχει ακόμη το έθιμο της «γυναικοκρατίας». Είναι μια γιορτή προς τιμήν της πιο σημαντικής γυναίκας του χωριού, της μαίας. Αυτής που ελευθέρωνε τις γυναίκες από τον αναπόφευκτο πόνο της γέννας και που η παρουσία της ήταν αναγκαία για την υγεία της μάνας και του βρέφους.  Το έθιμο αυτό, τελείται στις 8 Ιανουαρίου, εορτή της Αγίας Δομνίκης, ή Δόμνης και σκοπό έχει την απόδοση τιμής στο πρόσωπο της γιαγιάς, η οποία συνέβαλε στη γέννα των παιδιών. Η γιαγιά στην αρχαιότητα, λέγονταν μάμμη και ως έμπειρη στη ζωή, ήταν αυτή που με τη σοφία και την πείρα της βοηθούσε τις έγκυες στη γέννα. ‘Ετσι με τα χρόνια η μάμμη με την μετάθεση του τόνου έγινε μαμή και από γιαγιά απόχτησε τη σημασία της μαίας. Εκείνη την ημέρα γιορτάζουν όλες οι γυναίκες. Είναι η μόνη ημέρα από τις 365 του χρόνου, που αφιερώνουν στον εαυτό τους ολοκληρωτικά. Οι άνδρες απαγορεύονται αυστηρά εκείνη την ημέρα, φορούν ποδιά και μαντήλα, φροντίζουν τα παιδιά και κάνουν τις δουλειές του σπιτιού. Ένα έθιμο που αναβιώνει κάθε χρόνο στην Νέα Κεσσάνη, μέχρι και σήμερα.

Δύσκολο πολύ να χωρέσεις ιστορίες, παραδόσεις, ήθη και έθιμα περιοχών και ανθρώπων, μέσα σε λίγες γραμμές. Ολάκερη ζωή είναι αυτή. Βιώματα.

Το www.PeteiNews.ge ευχαριστεί θερμά την συγγραφέα του βιβλίου «Νέα Κεσσάνη-Πλαστήρια. Ιστορία – Λαογραφία 1922-1997»  Δ. Φυλαχτάκη για την άδεια που μας έδωσε προκειμένου να πάρουμε χρήσιμες πληροφορίες για την ιστορία του οικισμού της Νέας Κεσσάνης. Ευχαριστούμε θερμά και την κυρία Θωμαή Κουτάλιου, πρόεδρο του Μορφωτικού Πολιτιστικού Συλλόγου Νέας Κεσσάνης, για το φωτογραφικό υλικό που μας παραχώρησε.    

Related Articles

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ